Η αρχαία Χαλάστρα ως πιθανός τόπος γέννησης του Φιλίππου Β’

Γράφει ο αρχαιολόγος Κώστας Βουδούρης

Η αρχαία Χαλάστρα, ίσως υπήρξε, με δεδομένη την αναφορά της σε σημαντικές πρώιμες αρχαίες πηγές, όπως ο Εκαταίος,  η σημαντικότερη πόλις των βόρειων παράλιων ακτών του Θερμαϊκού κόλπου,  σ’ ένα γεωμορφολογικό περιβάλλον όμως ριζικά διαφορετικό από το σημερινό. Κατά την περίοδο που ερευνώ ο Θερμαϊκός κόλπος, άγγιζε τον σημερινό οικισμό του Αγίου Αθανασίου ο ποίος θα ήταν παραθαλάσσιος, όπως και τα Κουφάλια και η Πέλλα.  Η θάλασσα ίσως άγγιζε την Σκύδρα και την Βέροια. Ακόμη, σχηματικά, η περιοχή μεταξύ Γέφυρας και Χαλκηδόνας αποτελούσε το στόμιο ενός εσωτερικού ρηχού θαλάσσιου/λιμνιαίου κόλπου του Θερμαϊκού, που άγγιζε στ’ανατολικά τη Ν. Φιλαδέλφεια  και προς βορρά την Αξιούπολη και το Πολύκαστρο, ενώ βέβαια οι εκβολές του Αξιού ευρίσκονταν σ αυτήν την συγκεκριμένη περιοχή.

Γενικώς θεωρείται ότι ο οικισμός της αρχαίας Χαλάστρας μπορεί να ευρίσκονταν  σε μια ευρεία τότε παράλια ακτογραμμή μεταξύ Αγχιάλου και Χαλκηδόνας. 

Εικ. 1. Ο χάρτης του A. H. Struck, Makedonische Fahrten. II Die Makedonischen Niederlande.

Τα τελευταία χρόνια ερευνώντας κατ’ αποκλειστικότητα την αρχαία Χαλάστρα, εντός βέβαια του γεωμορφολογικού περιβάλλοντος, όπως περιγράφηκε αμέσως πιο πάνω, μου προκαλούσε εντύπωση η αναφορά του ποιητή Λυκόφρονα στον Χαλαστραίο λέοντα. Εύλογα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί για το ποια παράδοση απηχεί ο Λυκόφρων, όταν στο σκοτεινό και γριφώδες ποίημά του Αλεξάνδρα και το πιο σημαντικό/καταληκτικό του τμήμα, μεταξύ των άλλωνγράφει πως

ἀπ᾽ Αἰακοῦ τε κἀπὸ Δαρδάνου γεγὼς      

Θεσπρωτὸς ἄμφω καὶ Χαλαστραῖος λέων

H Αλεξάνδρα, με την μελέτη της οποίας έχουν ασχοληθεί πολλοί ερευνητές αφότου ανακαλύφθηκε εκ νέου τον 18ο αι., αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα και δυσερμήνευτα ποιήματα της αρχαιότητας. Ήδη, στο λεξικό της Σούδας στο λήμμα Λυκόφρων, η Αλεξάνδρα χαρακτηρίζεται ως «τὸ σκοτεινὸν ποίημα».

Το ποίημα αυτό θεωρείτο ότι ανήκει στον πρώιμο 3ου αι. π.Χ. αποδιδόμενο σύμφωνα με την παράδοση στον Λυκόφρονα τον Χαλκιδέα, έναν λόγιο, τραγωδό και ποιητή της αυλής του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου. Όμως, ο Simon Hornblower καταδεικνύει ότι μάλλον πρόκειται για ένα ποίημα μεταγενέστερο, ίσως και γύρω στο 190 π.Χ. κι ότι μάλλον πρέπει ν’ αποδοθεί σε κάποιον άλλο ποιητή με το ίδιο με τον Λυκόφρονα τον Χαλκιδέα, όνομα. Πρόκειται για ένα ποίημα που απευθύνεται στον ευρύ μεσογειακό κόσμο της εποχής των Πτολεμαίων (Πτολεμαίος Β΄ Φιλάδελφος) κι ουσιαστικά αποτελεί ένα ποίημα του αποικιακού ελληνικού κόσμου, πλούσιο σε ιστορικά αυθεντικό πολιτιστικό υλικό σε μια ευρεία γεωγραφική έκταση.

Στο ποίημα αυτό η Κασσάνδρα-Αλεξάνδρα με την προφητεία της προλέγει τα δεινά που θα επακολουθήσουν για τους Τρώες εξαιτίας της αρπαγής της Ελένης από τον Πάρι, σχετίζόμενο με τη σύγκρουση μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας, όπως προσδιορίζεται στον Ηρόδοτο, με την τελική προφητεία να καταλαμβάνει το τμήμα των στίχων 1283-1450. Κατά την Κασσάνδρα, ενώ το τέλος σ’ αυτήν την σύγκρουση που συνεχίζει την παράδοση του σχήματος του Ηροδότου θα δοθεί από τον Μ. Αλέξανδρο (στιχ. 1439), η τελική συμφιλίωση Ανατολής – Δύσης θα επέλθει με την ηγεμονία της Ρώμης (στίχ, 1446-1450).

Παρά την ύπαρξη κι άλλων ερμηνευτικών προσεγγίσεων, όπως του Carl von Holzinger αλλά και του ο Kenneth Jones, υιοθετώ το ερμηνευτικό σχήμα του Simon Hornblower το οποίο εκλαμβάνω ως υπόθεση εργασίας για τις ανάγκες της μελέτης συγκεκριμένου μικρού τμήματος του ποιήματος (στίχοι 1440-1441). Σύμφωνα με την πρόταση του S. Hornblower το ιστορικό πλαίσιο ερμηνείας του ποιήματος αποτελεί ο Δεύτερος Μακεδονικός πόλεμος (200-198 π.Χ.) και η ήττα του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Ε΄ στις Κυνός Κεφαλαί από τους Ρωμαίους.

Σύμφωνα με μια πλειάδα μελετητών οι στίχοι 1435-1445  του ποιήματος του Λυκόφρονα, Αλεξάνδρα/Κασσάνδρα,  αποτελούν γενεαλογικές αναφορές στον ήρωα-ειρηνευτή, στο πρόσωπο του οποίου μπορούν να συγκεραστούν τόσο ευρωπαϊκά, όσο και ασιατικά στοιχεία γενεαλογικής συνέχειας και ο οποίος θα θέσει τέρμα στους συνεχείς πολέμους μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Αλλά ποιος μπορεί να είναι αυτός ο ήρωας; Μολονότι για το ερώτημα αυτό δεν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις, η κυρίαρχη άποψη είναι ότι πρόκειται για τον Μ. Αλέξανδρο, καθώς οι περισσότεροι μελετητές αποδέχονται αυτήν την ερμηνεία, αν κι έχουν προταθεί κι άλλες ταυτίσεις, όπως ο Αλέξανδρος ο Μολοσσός και ο σύγχρονος του Λυκόφρονα, βασιλιάς Πύρρος.

Επομένως, αποδεχόμενοι την εκδοχή ταύτισης του ήρωα ειρηνευτή με τον Μ. Αλέξανδρο, μπορούν κάλλιστα να ερμηνευθούν οι συγκεκριμένοι αυτοί στίχοι. Και πράγματι, o Μ. Αλέξανδρος υπήρξε Θεσπρωτός-Ηπειρώτης στην καταγωγή απ’ τη μεριά της μητέρας του Ολυμπιάδας, η οποία ήταν ουσιαστικά Μολοσσή. Ταυτόχρονα όμως, από τη μεριά του πατέρα του, του Φιλίππου Β΄, κατάγεται, σύμφωνα με τον Λυκόφρονα, από τη Χαλάστρα. Να σημειωθεί ότι ο Βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης  είναι ο πρώτος σχολιαστής από τους Βυζαντινούς χρόνους κι εντεύθεν, ο οποίος στα σχόλια του λήμματος για τη Χαλάστρα πάνω στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου Περί Πόλεων συμπεριλαμβάνει στο λήμμα τον συγκεκριμένο στίχο (1441) του Λυκόφρονα, συνδέοντας άμεσα την αρχαϊκή πόλη της Χαλάστρας με την αναφορά στον Χαλαστραίο λέοντα ως τη γενέθλια πόλη του Φιλίππου Β΄, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η Χαλάστρα «φ’ ν λην τὴν Μακεδονίαν δηλο».

Ως εκ τούτου, είναι εν προκειμένω πλήρως δικαιολογημένα τα ερωτήματα που τίθενται για το ποια παράδοση ή πηγές απηχεί ο Λυκόφρων ώστε στην Αλεξάνδρα του να μην θέτει ως πόλη γέννησης/καταγωγής του Φιλίππου Β΄ την Πέλλα ή γενικότερα τη Μακεδονία, που χαρακτηριστικά όμως κάνει για την Ολυμπιάδα, με την αναφορά στην ευρεία γεωγραφική ενότητα της Θεσπρωτίας. Γιατί να επιλέξει την Χαλάστρα και όχι μια άλλη πόλη της κοιλάδας μεταξύ του Αλιάκμονα και του Αξιού, από τη στιγμή που η κοιλάδα αυτή αποτελούσε ουσιαστικά το κέντρο του μακεδονικού βασιλείου; Ακόμη κι αν αυτό βέβαια δεν αποτελεί μιαν αναφορά ιστορικού περιεχομένου αλλά μια επιλογή καθαρά λογοτεχνικού χαρακτήρα, αυτή η ίδια η επιλογή του Λυκόφρονα, σε συνάρτηση με τον χρόνο γραφής του ποιήματος, εγείρει πλήθος ερωτημάτων αναγκαίων προς διερεύνηση. Γιατί εντέλει να χρησιμοποιήσει τη Χαλάστρα; Σχεδόν δύο αιώνες μετά τη γέννηση του Φιλίππου υφίσταται ακόμη μια παράδοση γενικού χαρακτήρα γύρω από την πόλη αυτή της Μακεδονίας ή ακόμη μπορεί και να συνδέεται ως συγκεκριμένος τόπος γέννησής του;

Με δεδομένο την αποσπασματικότητα των αρχαίων πηγών, η έρευνα ακόμη και για σημαντικές ιστορικές περιόδους καθίσταται δυσχερής. Επειδή κανένας αρχαίος Βίος του Φιλίππου Β΄ δεν έχει διασωθεί, ιδίως για το διάστημα μέχρι για την ανάληψη του θρόνου του Μακεδονικού βασιλείου, ζητήματα όπως αυτό του τόπου γέννησής του δεν διερευνώνται περαιτέρω,

Σύγχρονοι ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι N.G.L. Hammond, J.R. Ellis, G. Cawkwell, W. Greenwalt και ο I. Worthington, αλλά και ερευνητές σε συλλογικά έργα για τη Μακεδονία ή τον Φίλιππο Β΄ συμφωνούν ότι έτος γέννησης του Φιλίππου Β΄ είναι είτε το 383 π.Χ., το οποίο θεωρείται και πιθανότερο, είτε το 382 π.Χ.

Η μόνη σύγχρονη της περιόδου της βασιλείας του, αλλά έμμεση πληροφορία για το θέμα της καταγωγής του προέρχεται από τον αθηναίο ρήτορα Δημοσθένη, ο οποίος στον Περί Στεφάνου λόγο του αναφέρει ότι «ὡς τῷ μὲν ἐν Πέλλῃ τραφέντι, χωρίῳ ἀδόξῳ τότε γ’ ὄντι καὶ μικρῷ,». Αρκετά αργότερα ο Στράβων στα Γεωγραφικά του, αντίστοιχα γράφει πως  «Πέλ[λα ἐσ]τὶ μὲν τῆς κάτω Μακεδονίας ἣν Βοττιαῖοι κατεῖχον· ἐνταῦθ’ ἦν πάλαι τὸ τῆς Μακεδονίας χρηματιστήριον· ηὔξησε τὴν πόλιν ἐκ μικρᾶς Φίλιππος τραφεὶς ἐν [αὐτῇ]» ότι δηλαδή ο Φίλιππος Β΄ μεγάλωσε (ανατράφηκε) στην Πέλλα αλλά δεν γίνεται μνεία για γέννησή του στη μακεδονική πρωτεύουσα. Αξιοποιώντας τις πηγές αυτές ο Μ. Χατζόπουλος, τόσο στο Two Studies in Ancient Macedonian Topography, όσο και στο Macedonian Institution Under the Kings, αναφέρει χαρακτηριστικά: «[…] Pella, where Philip II grew, but was not born». Θεωρεί με βεβαιότητα ότι ο Φίλιππος Β΄ δεν γεννήθηκε στην Πέλλα. Όμως, αν δεν γεννήθηκε στην Πέλλα ποιος τόπος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο τόπος γέννησης του και σε ποιο ιστορικό περιβάλλον;

Έτσι, αναγκαζόμαστε να ερευνήσουμε το ιστορικό περιβάλλον του βασιλιά Αμύντα Γ΄,  του πατέρα του Φιλίππου Β΄, για τον οποίο,  αν και εδραίωσε μια  νέα δυναστεία, υπάρχουν διιστάμενες απόψεις για την περίοδο της βασιλείας του.

Το μακεδονικό βασίλειο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αμύντα Γ΄ γνώρισε μεγάλες αναστατώσεις και κρίσεις. Αυτό αποτυπώνεται στις πηγές, αν και αυτές παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις για την περίοδο αυτή. Ταυτοχρόνως, όσον αφορά τις πτυχές του ιστορικού και πολιτικού πλαισίου αυτής της περιόδου, υφίστανται αξιοσημείωτες διαφωνίες μεταξύ των μελετητών και ερευνητών. Οι συνήθεις συγκρούσεις για τον θρόνο μεταξύ διεκδικητών της δυναστείας των Αργεαδών, γνώρισαν μεγάλη ένταση κατά την περίοδο αυτή με αποτέλεσμα την κατά διαστήματα ανατροπή και τελικά εκθρόνιση του Αμύντα Γ΄. Στις δυναστικές συγκρούσεις η παρέμβαση ξένων πολιτικών δυνάμεων, των Ολυνθίων, των Θεσσαλών αλλά ακόμη και των Λακεδαιμονίων, υπήρξε καθοριστική. Επιπλέον, η χώρα γνώρισε δύο ιδιαίτερα απειλητικές εισβολές των Ιλλυριών από τα δυτικά, αλλά και στρατιωτική επέμβαση των Ολυνθίων υπέρ του δυναστικού ανταγωνιστή τους Αμύντα Γ΄, εξαιτίας της οποίας αυτός αναγκάστηκε για ένα διάστημα να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα του κράτους του, την Πέλλα. Έτσι, διαρκώς απειλούμενος ή και καταδιωκόμενος και οπισθοχωρώντας προσέγγιζε τις περιοχές που είχε ακόμη στην δικαιοδοσία του. Υπό αυτές τις συνθήκες, στην ακολουθία του δεν μπορεί παρά κατά διαστήματα να συμπεριλαμβάνονταν ο στενός συγγενικός του κύκλος και μάλιστα η οικογένειά του. Το τελευταίο γεγονός της εγκατάλειψης της Πέλλας για ένα διάστημα, αποτελεί ζήτημα εξαιρετικού ενδιαφέροντος για το θέμα που ερευνούμε σε σχέση με την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης του Φιλίππου Β΄.

Ας ακολουθήσουμε τώρα χρονολογικά τη ροή των γεγονότων που σχετίζονται με την ταραγμένη περίοδο της βασιλείας του Αμύντα Γ΄ και τη γέννηση του Φιλίππου Β΄.

Για τα γεγονότα που άπτονται τόσο της πρώτης (393/2 π.Χ.) όσο και της πιθανής δεύτερης (383/2 π.Χ.) εισβολής των Ιλλυριών αντλούμε πληροφορίες από την Ιστορική Βιβλιοθήκη του Διόδωρου. Στο παρελθόν υπήρξαν ισχυρές αντιθετικές απόψεις σχετικά με το εάν τα αποσπάσματα αυτά αφορούσαν αλληλοεπικαλύψεις και αναφορές για το ίδιο γεγονός, με κύριο εκφραστή της άποψης περί μιας εισβολής των Ιλλυριών τον K. J. Beloch. Η M. Sordi σε μια σημείωσή της ερμηνεύοντας τον Διόδωρο διακρίνει δύο εκδιώξεις του Αμύντα και ουσιαστικά αναρωτιέται αν η παρέμβαση των Θεσσαλών έλαβε χώρα κατά τα έτη 383/2 π.Χ..

Ο V. Costanzi ενώ  επιδιώκει «να ρίξει άπλετο φως σ’ ένα ζήτημα που τόσο μας ταλαιπωρεί», όπως γράφει χαρακτηριστικά, αμφιταλαντεύεται μεταξύ της αναγνώρισης της διπλογραφίας, και της ύπαρξης μόνο μίας εισβολής των Ιλλυριών κατά τα έτη 383/2 π.Χ. Μεταξύ άλλων δε, θεωρεί αφενός ότι η αναφορά του Ισοκράτη -η οποία αναλυτικά θα συζητηθεί παρακάτω- σχετίζεται πλήρως με τη δεύτερη εισβολή και αφετέρου ότι πιο αξιόπιστες είναι οι αναφορές ιδίως του Ξενοφώντα τόσο γιατί ήταν σύγχρονος της χρονικής αυτής περιόδου, όσο και διότι συμφωνούν με τη λογική αυτών των γεγονότων.

Μεταξύ των σύγχρονων ερευνητών ο J. Roisman αναφέρει χαρακτηριστικά: «οι μελετητές διαιρούνται μεταξύ εκείνων που επιχειρηματολογούν υπέρ της ύπαρξης δύο εισβολών των Ιλλυριών (συμπεριλαμβανομένου και εμού) και εκείνων που επιχειρηματολογούν για μια διπλή αναφορά του Διόδωρου της μίας εισβολής κατά την δεκαετία του 380)».

Ο F. Geyer το 1930 θεώρησε αυτές τις αναφορές του Διόδωρου ως συνειδητή επανάληψη, ενώ ο P.J. Stylianou φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην άποψη του F. Geyer κι εκείνη του N. Hammond, αν και ουσιαστικά κάνει αποδεκτή τη θέση για την ύπαρξη δύο εισβολών των Ιλλυριών. Αντίθετα, ο W. Greenwalt αποδέχεται πλήρως την άποψη για τις δύο εισβολές, κατά το ερμηνευτικό σχήμα του N. Hammond. Προσφάτως, ο V. Parker επιχείρησε μια ριζική αναθεώρηση στο περιεχόμενο του σχήματος της πιθανής διπλοτυπίας του Διόδωρου, ενώ ταυτόχρονα ερμήνευσε με νέο πρίσμα τα ιστορικά δεδομένα της διήγησης του Ξενοφώντα. Τελικά όμως, παρά τις επιμέρους έξοχες παρατηρήσεις του, αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.

Ο J. R. Ellis στο άρθρο του Amyntas III, Illyria and Olynthians (393/2-380/79) πραγματεύεται τις εισβολές των Ιλλυριών από τα δυτικά, τη συμφωνία με τους Ολύνθιους κι αναλύει τις δυναστικές συγκρούσεις εντός του βασιλικού οίκου με αποτέλεσμα την απώλεια και την εκδίωξή του από μεγάλο τμήμα της μακεδονικής χώρας και μάλιστα και της ίδιας της πρωτεύουσάς του, της Πέλλας, με τις ταυτόχρονες επεμβατικές δραστηριότητες εξωτερικών δυνάμεων σε διάφορες χρονικές περιόδους, δηλαδή κυρίως των Θεσσαλών, των Ολυνθίων και των Λακεδαιμονίων. Παραθέτει ι ένα συνοπτικό χρονολογικό περίγραμμα των αποτελεσμάτων της έρευνάς του. Σύμφωνα μ’ αυτό, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο κατά τη διάρκεια της διετίας 393-392 π.Χ. εκδηλώνονται τα πρώτα δείγματα της επιθετικής δραστηριότητας των Ιλλυριών με την εισβολή από τα δυτικά, όπως και η εκδίωξή του από τμήματα της επικρατείας του. Ο G. Grote στο σημείο αυτό επισημαίνει όχι μόνο την επισφαλή θέση του Αμύντα Γ΄ αλλά και την πιθανή πρόσκληση των Ιλλυριών εκ μέρους των ανταγωνιστών του. Συγχρονική όλων αυτών των γεγονότων είναι  η συμφωνία του Αμύντα Γ΄ με το Κοινό των Ολυνθίων το ίδιο έτος. Μ’ αυτή τη συμφωνία τα δύο μέρη δεσμεύονται να υποστηρίξουν το ένα το άλλο σε περίπτωση ξένης επιθετικής ενέργειας με αντάλλαγμα, εκτός των δικαιωμάτων στην εξαγωγή ναυπηγικής ξυλείας και πίσσας, την εκχώρηση στο Κοινό της περιοχής του Ανθεμούνται που γειτνίαζε με τη Χαλκιδική.

Ο N. Hammond όμως, στην επιχειρηματολογία του υπέρ των δύο εισβολών των Ιλλυριών,  παρουσιάζεται απόλυτος. Θεωρεί ότι όπως εξιστορούνται από τον Διόδωρο τα γεγονότα, οι δύο εισβολές δεν είναι ίδιες. Υπό την ερμηνεία αυτή αναφέρει επίσης ότι η κατά το παρελθόν μόδα των «διπλοτυπιών» στις ανθρωπιστικές επιστήμες, δηλαδή η ύπαρξη δύο περιγραφών του ίδιου γεγονότος από τα οποία επιλεγόταν μόνο το ένα ως πραγματικό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των διηγήσεων του Διόδωρου.

Για το θέμα των δύο εισβολών των Ιλλυριών την κύρια πηγή αποτελεί ο Διόδωρος. Ειδικότερα για την δεύτερη εισβολή εκτός του Διόδωρου θα αξιοποιηθούν και θα σχολιαστούν κείμενα που εμπεριέχονται στον λόγο Περί Παραπρεσβείας  του Αισχίνη, στον Αρχίδαμο του Ισοκράτη και τέλος στα Ελληνικά του Ξενοφώντος .

Διόδωρος: Η δεύτερη εισβολή-Ο ρόλος του Αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη

 Ένα πολύ περιεκτικό και σύντομο περίγραμμα των γεγονότων αυτής της περιόδου που συνάμα άπτεται της γέννησης του Φιλίππου Β΄, εμπεριέχεται στον Περί Παραπρεσβείας λόγο του Αισχίνη. Ο ρήτορας Αισχίνης (389-314 π.Χ.) σύγχρονος του Φιλίππου Β΄, υποστήριζε την φιλομακεδονική πτέρυγα στη διχασμένη Αθήνα. Επισκέφθηκε την Πέλλα ως μέλος της αθηναϊκής αντιπροσωπείας το 346 π.Χ. και ως εκ τούτου ήταν άριστα πληροφορημένος για τη συγκεκριμένη αυτή χρονική περίοδο.

Στο απόσπασμα αυτό, μας παραδίδεται μια ενδιαφέρουσα περιγραφή του ιστορικού και κοινωνικού κλίματος εντός του οποίου δρούσε το τμήμα εκείνης της δυναστείας του βασιλικού οίκου που ίδρυσε ο Αμύντας Γ΄ κι  εμφανίζεται η Ευρυδίκη να είναι η πρώτη γυναίκα βασιλιά της Μακεδονίας που έπαιξε πολιτικό ρόλο και μάλιστα με ιδιαίτερη συμμετοχή και ένταση.

Κατά τη συνάντηση αυτή, λοιπόν, της πρεσβείας των Αθηναίων με τον βασιλιά Φίλιππο Β΄, ο Αισχίνης απευθυνόμενος σ’ αυτόν ισχυρίζεται ότι του υπενθύμισε την συνάντηση της μητέρας του Ευρυδίκης με τον Αθηναίο στρατηγό Ιφικράτη, εκείνο το  χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκείνος βρισκόταν στην Αμφίπολη, δηλαδή κατά την διάρκεια των ετών 368-365 π.Χ

Στο κείμενό του, η συνάντηση αυτή παρουσιάζεται με ιδιαίτερα ρητορικό/θεατρικό τρόπο, περιέχει κάποια στοιχεία ανεκδοτολογικού χαρακτήρα και χρονικές ανακρίβειες, γενικώς όμως, θεωρείται ότι αποδίδει την πραγματικότητα.

Σ’ αυτή τη συνάντηση, η Ευρυδίκη που, κατά την αφήγηση του Αισχίνη, φαίνεται να διαθέτει οικειότητα με τον Ιφικράτη, ζητά την παρέμβαση του στη σύγκρουση του βασιλικού οίκου, δηλαδή του Αλέξανδρου Β΄, διαδόχου του Αμύντα Γ΄, με τον ανταπαιτητή του θρόνου Παυσανία. Προσπαθώντας να πείσει τον Ιφικράτη του υπενθυμίζει ότι ο Αμύντας Γ΄, όταν ήταν ακόμη εν ζωή, του είχε κάνει την εξαιρετική τιμή  να τον ονομάσει γιό του «μύντας πατὴρ τν παίδων τούτων, τ’ ζη, υἱὸν ποιήσατό σε».

Πότε και γιατί μπορεί να συνέβη, όμως,  αυτό;

Ο Ιφικράτης, καταγόμενος πιθανόν από άσημη οικογένεια του Ραμνούντα γνώρισε φήμη και κατάφερε με τις ικανότητες του να διακριθεί ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα. Σημαντική πηγή για τον Ιφικράτη αποτελούν οι Βίοι τουΚορνήλιου Νέπωτα, ενώ για ζητήματα τόσο της τεχνικής όσο και των καινοτομιών του πολέμου που εισήγαγε, αντλούμε πληροφορίες από τα Στρατηγήματα του συγγραφέα από την Μακεδονία, Πολύαινου. Ο John Davies τον ενέταξε στις ανώτερες τάξεις και πιο συγκεκριμένα σ’ αυτούς των οποίων ο πολιτικός χρηματισμός, οι δωροδοκίες και η λαφυραγωγία του πολέμου μπορούσαν να θεωρηθούν πηγή πλούτου.

Άρχισε ν’ αποκτά φήμη όταν  κατάφερε να καταστρέψει μια ναυτική μοίρα το 390 π.Χ. την οποία  εδραίωσε κυρίως ως αρχηγός μισθοφορικού τμήματος πελταστών που με την αξιοποίηση των εμπειριών του Κορινθιακού πολέμου εισήγαγε καθοριστικές καινοτομίες στην εκπαίδευση και την τακτική του πολέμου, όπως και πιο ειδικά στον οπλισμό των πελταστών.

Θεωρείται δεδομένο ότι στον ελληνικό κόσμο οι διαπροσωπικές σχέσεις έπαιζαν ρόλο στην υλοποίηση και τον καθορισμό της εξωτερικής πολιτικής. Υπό το πρίσμα αυτό, η παρουσία του Ιφικράτη στη Θράκη και πιο ειδικά στην Αμφίπολη, με τη δράση του εκεί ως διοικητής μισθοφορικού σώματος μετά το τέλος του Κορινθιακού πολέμου (387 π.Χ.), πιθανόν, έμμεσα, να είχε  τις προεκτάσεις του στον τομέα αυτό. Ο ίδιος, όπως και οι άλλες πολιτικές ή στρατιωτικές προσωπικότητες του καιρού του, είχαν βασική επιδίωξη να εκμεταλλευτούν τις φιλίες που δημιουργούσαν εξαιτίας της μισθοφορικής τους δράσης για ίδιο όφελος, πέραν του οφέλους για την πόλη της καταγωγής τους. Η αστάθεια, άλλωστε, στην περιοχή της Θράκης του προσέφερε μεγάλες ευκαιρίες διάκρισης και πλουτισμού.

Λαμβάνοντας ως σημείο εκκίνησης τις ερμηνείες του F. Geyer, ο N. Hammond πρότεινε την εμπλοκή-βοήθεια του Ιφικράτη τη χρονική περίοδο 383-382 π.Χ. κατά την οποία εκδηλώνονται τόσο η δεύτερη εισβολή των Ιλλυριών (μάλλον στις αρχές του 383 π.Χ.) όσο και αργότερα (θέρος ή αρχές Φθινοπώρου) η εισβολή των Ολυνθίων από ανατολικά με την  κατάληψη της Πέλλας. Την άποψη του αυτή υιοθετεί πλήρως η Z. Archibald, η οποία βεβαίως έχει διεξοδικά ερευνήσει τον ευρύ χώρο της αρχαίας Θράκης. Στη βάση αυτή κινείται και η ερμηνεία του P. Pedech, ο οποίος επίσης διακρίνει την εμπλοκή του Ιφικράτη σε δύο διαφορετικές και ταυτόχρονα δραματικές φάσεις για τον βασιλικό οίκο των Μακεδόνων. Στην πρώτη φάση κρίνει δε ότι η επιδίωξη του Αμύντα Γ΄  ήταν να προσεταιριστεί τον βασιλιά των Οδρυσών Κότυ Α΄, διαμέσου του Ιφικράτη.

Διόδωρος – Ισοκρἀτης – Ξενοφών: Για τα ζητήματα που άπτονται της κρίσης των ετών 383-382 π.Χ. σχολιάζονται από κοινού τρεις κυρίως πηγές, δηλαδή, ο Διόδωρος, Ιστορική Βιβλιοθήκη (XV 19.2.2.1-9), ο Ισοκράτης, Αρχίδαμος (6.46) και ο Ξενοφών, Ελληνικά (V 2.13),  επιδιώκοντας πιθανές ερμηνείες ταύτισης γεγονότων σ’ αυτά, αλλά και διαφορετικές εκτιμήσεις, ερμηνείες ή και πληροφορίες για το ίδιο γεγονός  και το ερμηνευτικό σχήμα που τελικά προτείνω έχει ως ακολούθως,

Αρχικά γίνεται αποδεκτό ως πιθανό έτος γέννησης του Φιλίππου Β΄ είτε το 383 π.Χ, είτε το 382 π.Χ αλλά και η ύπαρξη δύο εισβολών των Ιλλυριών. Σύμφωνα με τις ερμηνείες του σχετικού χωρίου του Διοδώρου στις αρχές του έτους 383 π.Χ. εκδηλώνεται η δεύτερη εισβολή των Ιλλυριών από τα δυτικά κατά την οποία γίνεται κατάληψη της Πέλλας. Υπό την πίεση αυτή ο Αμύντας Γ΄ με την αυλή του μετακινείται ανατολικά και κινείται γύρω από τις εκβολές ή κατά μήκος του Αξιού, διατηρώντας τις οπισθοφυλακές του, σύμφωνα με τον W. Greenwalt. Τις πιο ανατολικές περιοχές, τον Ανθεμούντα,  τις είχε ήδη εκχωρήσει στο Κοινό των Ολυνθίων Από τον Ισοκράτη όμως αντλούμε την πληροφορία ότι «καὶ πάσης Μακεδονίας ποστερηθείς, τὸ μὲν πρτον κλιπεν τὴν χώραν διενοήθη καὶ τὸ σμα διασώζειν, κούσας δέ τινος παινοντος τὸ πρὸς Διονύσιον ηθὲν καὶ μεταγνοὺς σπερ κενος, χωρίον μικρὸν καταλαβὲν καὶ βοήθειαν νθένδε μεταπεμψάμενος». Από τα παραπάνω εξάγεται στο συμπέρασμα ότι κατέβαλε μια μικρή αλλά σημαντική, κομβικού χαρακτήρα, θέση στις εκβολές του Αξιού, που μπορεί βάσιμα να υποστηρίξω ότι πρόκειται σύμφωνα και με την σχετική τεκμηρίωση για τον οικισμό της αρχαίας Χαλάστρας.

 Η Ευρυδίκη, της οποίας ο γάμος με τον Αμύντα Γ’ είχε γίνει κατά το διάστημα 391-386 π.Χ. όντας εγκυμονούσα περιμένει το τρίτο της παιδί, τον Φίλιππο Β΄. Ο Αμύντας Γ΄ εγκλωβισμένος στον μικρό αυτό οικισμό μεταξύ των Ιλλυριών στα δυτικά και του Κοινού των Ολυνθίων στ’ ανατολικά με τους οποίους οι σχέσεις του ήταν ήδη σε ένταση, ευρίσκεται σε απόγνωση.  Κατά την άνοιξη του 383 π.Χ. αποδέχεται τη συνδρομή των μισθοφορικών δυνάμεων του Ιφικράτη με την σύμφωνη γνώμη του Κότυ Α΄, στις υπηρεσίες του οποίου (ο Ιφικράτης) βρισκόταν. Κατά το μεσοδιάστημα αυτό, στην πρόσκαιρη έδρα οπισθοφυλακής του, τη Χαλάστρα, γεννιέται ο Φίλιππος Β΄. Στην προκειμένη περίπτωση η συνηγορία της αναφοράς στον «Χαλαστραίο Λέοντα» του Λυκόφρονος είναι καθοριστική. Με τη βοήθεια του Ιφικράτη, ο Αμύντας Γ΄ ανακαταλαμβάνει τις απολεσθείσες περιοχές, όπως και την Πέλλα. Τότε για τις πολύτιμες υπηρεσίες του, στις οποίες μπορεί να συμπεριληφθεί και η διάσωση της οικογένειάς του κατά τη φάση γέννησης του νεογέννητου Φιλίππου, ο Αμύντας Γ΄ κάνει την εξαιρετική τιμή στον Ιφικράτη να τον ονομάσει γιο του. Μόλις νιώθει και πάλι ισχυρός, ζητά και πάλι από το Κοινό των Ολυνθίων να του επιστραφούν οι ανατολικές περιοχές του Ανθεμούντα, που τις είχε παραχωρήσει με συμφωνία. Το Κοινό των Ολυνθίων είναι τόσο ισχυρό ώστε αρνούμενο την επιστροφή, εισβάλλει τέλος καλοκαιριού/αρχές φθινοπώρου στην κοιλάδα του Αξιού και καταλαμβάνει την Πέλλα, καταπατώντας, με προκλητικό τρόπο βέβαια, την συμφωνία του 393/2 π.Χ. Λίγο αργότερα, εκδηλώνεται η επεμβατική δράση των Λακεδαιμονίων υπέρ του Αμύντα Γ΄.

Google News icon Ακολουθήστε το DELTA PRESS στο Google News και ενημερωθείτε για όλα όσα συμβαίνουν στη Δυτική πλευρά της Θεσσαλονίκης.
Αρέσει σε %d bloggers: