Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η Σίνδος, η Βαλμάδα και η Χαλάστρα

Του Θεόδωρου Γκλαβέρη

Το Σεπτέμβριο του 1911 ξέσπασε ο ιταλοτουρκικός πόλεμος, που αποτέλεσε το προανάκρουσμα Α΄ Βαλκανικού πολέμου και έληξε με ήττα της Τουρκίας, ένα χρόνο μετά.

        Τον Οκτώβριο του 1911, με την προτροπή της Ρωσίας, ξεκίνησαν μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, οι οποίες   ολοκληρώθηκαν το Φεβρουάριο του 1912,με την υπογραφή συμφώνου  φιλίας και συμμαχίας μεταξύ των δύο χωρών, η οποία όμως συνοδευόταν και από ένα μυστικό παράρτημα, με το οποίο η Σερβία αναγνώριζε δικαιώματα της Βουλγαρίας σ’  όλη σχεδόν τη Μακεδονία  και  τη Θράκη και  η Βουλγαρία αναγνώριζε δικαιώματα της Σερβίας ως τις ακτές της Αδριατικής.

         Ο ΄Ελληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος, με τη διορατικότητα που τον διέκρινε,  διείδε έγκαιρα τον επερχόμενο βαλκανικό πόλεμο και τα καταστροφικά αποτελέσματα που θα είχε για την Ελλάδα ο αποκλεισμός της και κατάφερε να υπογράψει κι αυτός με τη Βουλγαρία το Μάιο του 1912,  σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας, παρ’ ότι  αγνοούσε το περιεχόμενο του σερβοβουλγαρικού μυστικού παραρτήματος. Κατά τις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις με τη Βουλγαρία,  ο Βενιζέλος αρνήθηκε να συζητήσει το εδαφικό, διότι ευλόγως προέβλεπε ότι οι Βούλγαροι θα ζητούσαν τη Θεσσαλονίκη, οπότε η υπογραφή συνθήκης θα ήταν ανέφικτη. ΄Ετσι,  οι δύο πλευρές συμφώνησαν αόριστα ότι το εδαφικό θα καθοριζόταν ανάλογα με τη συνεισφορά της κάθε πλευράς στον πόλεμο. Οι Βούλγαροι υπέγραψαν τη συνθήκη επειδή, αφενός προσέβλεπαν στη δράση του αξιόμαχου ελληνικού ναυτικού, το οποίο κυριαρχούσε στο Αιγαίο, με επικεφαλής το πανίσχυρο θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», αφετέρου  είχαν εδραία την πεποίθηση ότι ο ανυπόληπτος ελληνικός στρατός, που υπέστη πανωλεθρία στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 δεν θα μπορούσε να διασπάσει τα οχυρωμένα στενά του Σαρανταπόρου, για τα οποία ο επικεφαλής της γερμανικής  στρατιωτικής αποστολής αναδιοργάνωσης του τουρκικού στρατού την περίοδο και διαμορφωτής των σχεδίων οχύρωσης των στενών του Σαρανταπόρου, ο στρατηγός Colmar von der Goltz φέρεται να είπε ότι κάποια ημέρα τα στενά του Σαρανταπόρου θα μετατραπούν σε τάφο του ελληνικού στρατού.

      Στις 4 Οκτωβρίου 1912, η οθωμανική αυτοκρατορία επιτέθηκε ταυτοχρόνως  κατά της Σερβίας και της Βουλγαρίας και την επομένη 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα επιτέθηκε κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας με το σύνολο σχεδόν της στρατιάς Θεσσαλίας, η οποία  αποτελούνταν από επτά μεραρχίες. Αρχικά, η στρατιά εισήλθε στην Ελασσόνα και, μετά από πολύνεκρη διήμερη μάχη, εκπόρθησε τα στενά του Σαρανταπόρου, οπότε  ο οθωμανικός στρατός, με επικεφαλής  τον Αλβανό υποστράτηγο  Ferik Hasan Tahsin paşa, απόφοιτο της Ζωσιμαίας σχολής Ιωαννίνων, υποχώρησε προς το Βέρμιο κι έτσι την 11η Οκτωβρίου 1912 ο ελληνικός εισήλθε στην Κοζάνη. Εκεί παίχθηκε η τύχη της Θεσσαλονίκης, διότι ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνοςαποδέχθηκε εισηγήσεις των επιτελών του, να συνεχίσει ο ελληνικός στρατός  την πορεία του προς το Μοναστήρι,για να συντρίψει τον κύριο όγκο των οθωμανικών στρατευμάτων, που μάχονταν με τους Σέρβους.

        ΄Όταν έκπληκτος ο πρωθυπουργός και υπουργός στρατιωτικών Ελ. Βενιζέλος πληροφορήθηκε την ολέθρια απόφαση του Κωνσταντίνου να αφήσει τη Θεσσαλονίκη στο έλεος των Βουλγάρων, τού τηλεγράφησε ότι «σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην». Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την εντολή του πολιτικού προϊσταμένου του, στον οποίο απέστειλε ένα αυθάδες τηλεγράφημα, όπου ανέγραφε και τα εξής: «Να παύση του λοιπού η Κυβέρνησις, αναρμοδίως γνωματεύουσα και εκ του μακρόθεν αναμιγνυομένη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις». Παρασυρμένος από το επιτελείο του και κυρίως από τον Κερκυραίο υπαρχηγό του Βίκτωρα Δούσμανη, πίστευε αφελώς ότι τυχόν κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους, θα … ανατρεπόταν εύκολα στο πεδίο της διπλωματίας !!!. Επ’ αυτού, είναι χαρακτηριστική η φράση του Δούσμανη, που  περιλαμβάνεται στα απομνημονεύματά του: «Οι Βούλγαροι ηθέλησαν να κατακτήσωσι  την  Θεσσαλονίκην δια της ταχείας απλής προβαδίσεως του στρατού των, διότι ενόμιζον ότι μετά τον πόλεμον ήθελεν έκαστος των συμμάχων κρατήσει  όσα εδάφη κατελάμβανε έκαστος αυτών». Τέτοια αφέλεια και επιπολαιότητα !!!

        Στοιταμό τηλεγράφημα του αρχιστρατήγου,  ο πρωθυπουργός αντέδρασε ακαριαία με τη σύνταξη διατάγματος ανάκλησής του από την αρχιστρατηγία, το οποίο όμως, μετά από παράκληση του βασιλιά Γεωργίου προς το Βενιζέλο αποσύρθηκε.  Τότε ο Βενιζέλος ζήτησε από το βασιλιά να μεταβεί ο ίδιος στην Κοζάνη για να συνετίσει τον υπερφίαλο πρωτότοκό του.  Απομεσήμερο της 14ης Οκτωβρίου έφθασε ο Γεώργιος στην Κοζάνη και δύο ώρες μετά ο Κωνσταντίνος διέταξε όλες τις μεραρχίες να προελάσουν προς τη Βέροια. Είχαν χαθεί τρεις ολόκληρες ημέρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Δούσμανης επέμεινε στην παιδιαριώδη αρχική άποψή του, ισχυριζόμενος ότι  «η Στρατιά εστράφη προς ανατολάς, ουχί προς ταχείαν κατάληψιν της Θεσσαλονίκης, αλλά προς επίθεσιν και καταδίωξιν του εχθρού».

        Από την προέλαση εξαιρέθηκαν η 5η Μεραρχία, που τάχθηκε να καλύψει τα νώτα της στρατιάς και η 7η Μεραρχία, που με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κλεομένη Κλεομένους, κινήθηκε προς την Κατερίνη,  δια μέσου των  Στενών της Πέτρας στα Πιέρια όρη, πριν ακόμη από τη μάχη του Σαρανταπόρου. Προηγουμένως, το Ανεξάρτητο  Σώμα Προσκόπων, αποτελούμενο από 200 παλαίμαχους Μακεδονομάχους, με επικεφαλής το λοχαγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη – Αινιάν,  έφθασε σιδηροδρομικώς στο συνοριακό οικισμό Τσάγεζι, το σημερινό  Στόμιο, στις εκβολές του Πηνειού  και μ’ ένα μικρό ατμόπλοιο αποβιβάσθηκε κοντά στο Λιτόχωρο. Απ’ εκεί, οι 200 μπαρουτοκαπνισμένοι καταδρομείς έφθασαν στην ανατολική έξοδο των στενών της Πέτρας, απ’ όπου ειδοποίησαν την VIIη μεραρχία να κινηθεί προς την Κατερίνη, στην οποία εισήλθε τη 16η Οκτωβρίου 1912.

         Την ίδια ημέρα η Στρατιά εισήλθε στη Βέροια, όπου αναπαύθηκε  άλλο ένα διήμερο και  το πρωί της 19ης Οκτωβρίου  ξεκίνησε για την ιερή πόλη των Οθωμανών  Yeniçe i Vardar. Εκεί την ανέμενε ο Οθωμανικός στρατός με τον Hasan Tahsin paşa , ο οποίος εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Çulhalar, το σημερινό  Παρθένιο.  Ο ελληνικός στρατός εμφανίσθηκε στα υψώματα των Γενιτσών το μεσημέρι της 19ης Οκτωβρίου και περί την 3η απογευματινή ώρα επιτέθηκε κατά των Τούρκων, υπό ραγδαία βροχή. Η μάχη των Γενιτσών συνεχίσθηκε αμείωτη μέχρι την 10.30΄ βραδυνή ώρα, οπότε  διακόπηκε για την επομένη. Επαναλήφθηκε τα χαράματα της 20ης Οκτωβρίου και περί την 10η πρωϊνή ώρα η 6η μεραρχία, με επικεφαλής τον επιτελάρχη Παν. Δαγκλή, υπερφαλάγγισε την αμυντική διάταξη των Τούρκωνκαι τους υποχρέωσε  σε άτακτη φυγή.  Οι πρώτοι ΄Ελληνες στρατιώτες εισήλθαν στα  Γενιτσά, περί  την 11η πρωινή ώρα της 20ης Οκτωβρίου 1912.

     Τις επόμενες της μάχης των Γενιτσών ώρες, ο κάμπος κατακλύσθηκε από χιλιάδες πανικόβλητους Οθωμανούς στρατιώτες,  οι οποίοι κατευθύνονταν μπουλουκηδόν προς τις δύο μοναδικές γέφυρες του Βαρδάρη, την ξύλινη οδική και τη σιδηρένια σιδηροδρομική,  αναζητώντας σωτηρία στην αντίπερα όχθη του ποταμού. Απογευματινές ώρες της 20ης Οκτωβρίου 1912 μια απέραντη ανθρωποθάλασσα από χιλιάδες Οθωμανούς στρατιώτες και αλλόφρονα γυναικόπαιδα, συνωστίσθηκε στη δυτική όχθη του Αξιού, ανάμεσα στις δύο γέφυρές του, την ξύλινη οδική και τη σιδερένια σιδηροδρομική, οι οποίες βρίσκονταν μετά τους μουσουλμανικούς οικισμούς Menteşeli και Mustafça, αντίστοιχα. Η διάβαση των δύο γεφυρών ολοκληρώθηκε απρόσκοπτα τις πρωινές ώρες της 21ης Οκτωβρίου, οπότε έκπληκτοι οι Οθωμανοί αξιωματούχοι διαπίστωσαν ότι ο ελληνικός στρατός παρέμενε αδρανής και  σε σημαντική απόσταση από τις δύο γέφυρες. Χωρίς χρονοτριβή έστειλαν τότε ένα απόσπασμα του μηχανικού τους,  που την  7.30΄ πρωινή ώρα της 21ης  Οκτωβρίου πυροδότησε τα εκρηκτικά, με τα οποία αυτές ήταν παγιδευμένες Από τις εκρήξεις που επακολούθησαν καταστράφηκε ολοσχερώς η ξύλινη γέφυρα και κατέρρευσαν τα δύο πρώτα ανατολικά βάθρα της αντίστοιχης σιδηροδρομικής. ΄Ετσι, η ασύγνωστη αβελτηρία του Γενικού Στρατηγείου οδήγησε στην απώλεια της ευκαιρίας αναίμακτης αιχμαλωσίας της οθωμανικής στρατιάς και ανεμπόδιστης κατάληψης των δύο γεφυρών του Αξιού στρατό, η οποία νομοτελειακά θα κατέληγε στην απρόσκοπτη και ταχεία απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Αν το Γενικό Στρατηγείο είχε διατάξει την μαζική αιχμαλωσία των διαλυμένων οθωμανικών στρατευμάτων, ο ελληνικός στρατός θα είχε εισέλθει στη Θεσσαλονίκη μετά από δύο ημέρες, οπότε η περαιτέρω εξέλιξη των επιχειρήσεων θα είχε λάβει εντελώς διαφορετική τροπή.

       Στο μεταξύ, στην Αθήνα προκάλεσε μεγάλη ανησυχία και αναταραχή ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα που έστειλε από τη Σόφια την 22η ή 23η Οκτωβρίου, ο  εκεί πρεσβευτής της Ελλάδας Δημήτριος Πανάς, με  το οποίογνωστοποιούσε ότι οι Βούλγαροι κινούνταν ήδη  για να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη. Η σοβαρότατη αυτή πληροφορία  είχε περιέλθει σε γνώση του στρατιωτικού ακολούθου της ελληνικής πρεσβείας Αθανασίου Σουλιώτη, από τον ΄Ελληνα γιατρό Φίλιππο Νίκογλου, ο οποίος υπηρετούσε στο χειρουργείο της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας της Ρίλας. Αμέσως κινητοποιήθηκε η ελληνική κυβέρνηση ,η οποία αποδύθηκε σ’ έναν  απεγνωσμένο αγώνα πιέσεων προς τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να αποδεχθεί άμεσα την παράδοση της Θεσσαλονίκης, χωρίς όρους και αναβολές. Μήνες μετά, οι Βούλγαροι εντόπισαν το τηλεγράφημα του «καταδότη» γιατρού και τον προέγραψαν, αλλά αυτός ειδοποιηθείς από έναν Βούλγαρο συνάδελφό του, πρόλαβε και κατέφυγε στην Ελλάδα.

          Από τα Γενιτσά, η ελληνική στρατιά προωθήθηκε προς τη δυτική όχθη του  Αξιού, ενώ το Γενικό Στρατηγείο παρέμεινε στα Γενιτσά, απ’ όπου μετακινήθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κίρτζιλαρ, μετά τριήμερο (!!!). Χαρακτηριστική της βραδύτητας με την οποία κινιόταν η ελληνική στρατιά, είναι η άποψη του ΄Ιωνα Δραγούμη, όπως καταγράφηκε από τον αδελφό του Φίλιππο, στο ημερολόγιό του:  «22 Οκτωβρίου 1912. (…) κατά τον ΄Ιωνα, δεν βιάζεται ο Κωνσταντίνος όσο θα ήταν ανάγκη…».

        Στον Αξιό, οι προσπάθειες ζεύξης της κοίτης του παρουσίαζαν τεράστιες δυσκολίες, επειδή αφενός οι υπάρχουσες γεφυροσκευές, «ελκόμεναι δια βοών και βουβάλων», ευρίσκονταν ακόμη στην Κοζάνη, αφετέρου ήταν βαριές και δυσμετακόμιστες, λόγω του μεγάλου όγκου τους και ακατάλληλες για τη ζεύξη των «μικρών» ποταμών της Μακεδονίας, αφού είχαν αγορασθεί μεταχειρισμένες από την Αυστρία, η οποία όμως τις χρησιμοποιούσε για τη ζεύξη του Δούναβη.  Εκ των πραγμάτων, οι επιτελείς του Γενικού Στρατηγείου αναγκάσθηκαν να επιλέξουν την κατασκευή γεφυρών «δι΄ υλικών περισυλλεγομένων επιτοπίως», οπότε αναζήτησαν, ακόμη και με κατεδαφίσεις σπιτιών πρόχειρα υλικά ζεύξης, τα οποία μετέφεραν στη δυτική όχθη του Αξιού. Κατά τον Σπύρο Μελά: «΄Ανθρωποι κατατσακισμένοι από τους κόπους και την αρρώστεια, μ’ ανεπαρκέστατα μέσα μεταφοράς κι ακόμα πιο ανεπαρκείς δυνάμεις γυμνασμένου και συγχρονισμένου μηχανικού, υποχρεώθηκαν να γυρίσουν τα χωριά, να επιτάξουν βαρέλια και ξύλα, να τα μεταφέρουν νύχτα  και  ν΄ αυτοσχεδιάσουν γέφυρες!».

       Για τη διέλευση της Στρατιάς, το Γενικό στρατηγείο αποφάσισε να επισκευασθούν τα δύο ανατιναχθέντα ανατολικά τόξα της σιδηροδρομικής γέφυραςκαι να ζευχθεί ο Αξιός σε τρία ακόμη σημεία του. Απ’  αυτά, το ένα βρισκόταν στο ύψος του οικισμού Βαρδαρόφτσα (Αξιοχώρι), το δεύτερο στο ύψος του οικισμού  Gündülar (Βαλμάδα), δύο περίπου χιλιόμετρα νοτίως της σιδηροδρομικής γέφυρας  και το τρίτο νότια του Gündülar, στο ύψος της Κουλιακιάς (Χαλάστρας), απ’ όπου θα διερχόταν η VII μεραρχία. Από τις τρεις αυτές ζεύξεις, οι δύο πρώτες θα κατασκευάζονταν επί «βαστάκων», δηλαδή  επί σταθερών ξυλίνων βάθρων, ενώ η τρίτη, που θα ήταν διπλή, λόγω των δύο βραχιόνων που συνέθεταν το δέλτα του ποταμού, θα κατασκευαζόταν με λέμβους, δηλαδή βάρκες. Τελικώς, η ζεύξη στο ύψος της Βαρδαρόφτσας κατέστη ανέφικτη, λόγω της έλλειψης των απαραιτήτων υλικών, της ορμητικότητας των νερών και του μεγάλου βάθους της κοίτης τουΑξιού.

               Οι ώρες πλέον κυλούσαν βασανιστικά για τον Κωνσταντίνο και τους επιτελείς του, οι οποίοι  οδήγησαν την κατάσταση επί ξυρού ακμής, με τις αβελτηρίες, τα λάθη και τις ολιγωρίες τους. Τελικώς, με τη συμβολή και κατοίκων της Κουλιακιάς, το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε η ζεύξη και του ανατολικού βραχίονα του δέλτα του  Αξιούοπότε άρχισαν να διέρχονται  από τις δύο λεμβοζεύξεις διάφορα τμήματα της 7ης μεραρχίας. Στα άλλα δύο σημεία του Αξιού, η μεν επισκευή της σιδηροδρομικής γέφυρας ολοκληρώθηκε το πρωί της 25ης Οκτωβρίου, η δεκατασκευή της γέφυρας της Βαλμάδας ολοκληρώθηκε περί την 5η απογευματινή ώρα της αυτής ημέραςΩς εκ τούτου, καθ’ όλη την 24η Οκτωβρίου  1912, οι κύριοι όγκοι όλων των μεραρχιών, πλην της 7ης,  παρέμεναν στη δυτική όχθη του Αξιού.

         Πώς όμως επιτεύχθηκε τόσο γρήγορα η ζεύξη του δέλτα του Αξιού;

        Από  το χειμώνα του 1905 – 1906, μεταξύ Κουλιακιάς και Τεκελί έρρεαν δύο κοίτες του ποταμού Βαρδάρη – Αξιού,   που σχηματίσθηκαν από τεράστιους υδάτινους όγκους. Στις δύο αυτές νεότευκτες κοίτες, από τις οποίες τη δυτική οι γηγενείς αποκαλούσαν «Μεγάλο Βαρδάρι» και την ανατολική «Μικρό Βαρδάρι»,  δεν υπήρχαν γέφυρες, αλλά μόνο δύο σχεδίες, τις οποίες όμως είχαν κάψει οι Οθωμανοί περί τα μέσα Οκτωβρίου του 1912, με σκοπό να δυσχεράνουν τυχόν προέλαση του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη. Από την αρχή της εκστρατείας, ο σχεδιασμός των επιτελών του Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε ότι η 7η μεραρχία θα διέβαινε τον Αξιό από το δέλτα του, στο ύψος της Κουλιακιάς, όπου έφθασε το μεσημέρι της 20ης Οκτωβρίου τμήμα του λόχου μηχανικού της 7ης μεραρχίας και άρχισε τη λεμβόζευξη του δυτικού βραχίονα με μεταλλικές, δηλαδή στρατιωτικές βάρκες και τη συνδρομή των κατοίκων της Κουλιακιάς. Τη δομή αυτής της γέφυρας περιέγραψε στα απομνημονεύματά του ο ανθυπολοχαγός του Ανεξαρτήτου τάγματος Κρητών  Ι. Αλεξάκης, ως εξής: «Η γέφυρα την οποίαν βιαστικά είχε στήσει το Μηχανικόν μας και επέβλεπε, δι’ ανδρών του, ήτο πρόχειρος, στηθείσα «εκ των ενόντων», ήτοι με τα υπάρχοντα πρόχειρα μέσα: Απετέλουν αυτήν πάσαλοι χονδροί, καρφωμένοι εις τον βυθόν και λέμβοι (βάρκες, πλάβες) μεταλλικαί, τεθειμέναι ανάποδα και συνδεδεμέναι κατά σειράν και την συνεκράτουν επί του ύδατος χονδρά σχοινιά, στερεωμένα εις τας όχθας».

       Όμως οι στρατιωτικές αυτές βάρκες δεν ήταν αρκετές για τη ζεύξη και του «Μικρού Βαρδαριού» και γι’ αυτό αποφασίσθηκε να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά και οι κουλιακιώτικες πλάβες. Αυτό προκύπτει από τη στιχομυθία που έγινε στο Κίρτζιλαρ, μετά τη ζεύξη του «Μεγάλου Βαρδαριού», μεταξύ του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου και του νεαρού Θεσσαλονικέα Αλέξανδρου Ζάννα. ΄Όταν Κωνσταντίνος ρώτησε τον Ζάννα αν ήταν σε θέση ο λόχος μηχανικού, μαζί με τους Κουλιακιώτες να κατασκευάσουν «δεύτερη» γέφυρα, δηλαδή να ζεύξουν το «Μικρό Βαρδάρι», ο Ζάννας του απάντησε ότι την ευθύνη  ζεύξης των ποταμών την είχε το μηχανικό, εν τούτοις εκτίμησε ότι ήταν εφικτό να κατασκευασθεί η «δεύτερη γέφυρα» με τη συμβολή των Κουλιακιωτών. Συμπλήρωσε μάλιστα, ότι γι’ αυτό το σκοπό θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και «οι βάρκες που έχουν στην Κουλιακιά»

        Εκτός από λέμβους, οι ελλείψεις υλικών για τις ζεύξεις των δύο ποτάμιων βραχιόνων εντοπίζονταν σε ξυλεία, προεχόντως σε  μαδέρια και σανίδες. Γι’  αυτό και στην προσπάθεια λεμβόζευξης του δέλτα πρωτοστάτησαν οι κερεστετζήδες, δηλαδή οι  ξυλέμποροι της Κουλιακιάςοι οποίοι προσέφεραν άφθονη ξυλεία΄Όπως αναγράφει στο έργο του «Η περιφανεστάτη Θεσσαλονίκη» ο Θεσσαλονικέας δικηγόρος, με καταγωγή από την Κουλιακιά, Θεόδωρος Περπερής «Στην παραπάνω εθνική προσπάθεια  πρωτοστάτησαν οι μαστόροι της Κουλιακιάς: Ζηζιός Χαρταμπίλας, Απόστολος Χαρταμπίλας, Γιώργης Νταλιγκάρος και οι Κώτσιος και Στέριος Μαρκούδης (κερεστετζήδες), που πρόσφεραν μαδέρια και καδρόνια, τα οποία παρέλαβε ο τότε λοχίας Κυριάκος Ελευθερίου Βενιζέλος». Βεβαίως,  συμμετοχή στο έργο της ζεύξης είχαν και αρκετοί άλλοι Κουλιακιώτες, που συμμετείχαν σε βοηθητικές εργασίες, ενώ κάποιοι άλλοι  ειδήμονες – τεχνίτες και αλιείς -, συνεισέφεραν και την τεχνογνωσία τους, σχετικά με τη συμπεριφορά του υδάτινου όγκου του ποταμού και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων εδαφολογικών και κλιματολογικών συνθηκών της συγκεκριμένης τοποθεσίας. Γι’ αυτό και η επίσημη ελληνική πολιτεία δεν λησμόνησε τη βοήθεια των Κουλιακιωτών στη ζεύξη των βραχιόνων του δέλτα Αξιού και τη 15η Νοεμβρίου 1912 απέστειλε τηλεγράφημα του διαδόχου – αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου στον πρόεδρο της Κουλιακιάς Βασίλειο Σ(Ζ)ακαλκά, με το οποίο του εξέφραζε «Εγκάρδια ευχαριστήρια προς τον λαόν Κουλιακιάς και υμάς» (!!!).

       Η ολοκλήρωση της ζεύξης του Αξιού στο ύψος της Κουλιακιάς ένα περίπου 24ωρο πριν από τις άλλες δύο ζεύξεις, υπήρξε γεγονός τεράστιας σημασίας για την επιτυχή ολοκλήρωση της μακεδονικής εκστρατείας, αφού  οι Οθωμανοί αισθάνθηκαν την καυτή «ανάσα» του ελληνικού στρατού, ήδη από το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 1912αμέσως μετά τη διέλευση των πρώτων στρατιωτικών τμημάτων. Σο μεταξύ, το μεσημέρι της 25ης Οκτωβρίου 1912, αμέσως  μετά την ολοκλήρωση της επισκευής της σιδηροδρομικής γέφυρας του Αξιού, το Γενικό Στρατηγείο αναχώρησε από το Kırcalar  για το Τopçın.

      ΄Οταν ο κλοιός του ελληνικού στρατού άρχισε να περισφίγγει τη Θεσσαλονίκη, οι διοικητικοί και θρησκευτικοί παράγοντές της απέστειλαν επιστολή στον Ταχσίν πασά, με την οποία του επεσήμαιναν ότι: «… αντιλαμβανόμενοι τας τραγικάς και ανεπανορθώτους συνεπείας μιας παραφροσύνης, φρονούμεν ότι  επ΄ ουδενί λόγω επιτρέπεται πλέον κάθε περαιτέρω προσπάθεια και αντίστασις εις τας πύλας της Θεσσαλονίκης» και συνακόλουθα του ζητούσαν  ν’ αποφύγει οιαδήποτε προβολή αντίστασης στα πρόθυρα της πόλης και να αποδεχθεί τη διαμεσολάβηση των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίοιεπίσης ανησυχούσαν, κυρίως όμως για την τύχη των υπηκόων τους. Οι τελευταίοι μάλιστα, μετέβησαν σιδηροδρομικώς στο Τοψίν το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1912, από κοινού με τον Οθωμανό φρούραρχο Şerif  paşa, ο οποίος πρότεινε στον Κωνσταντίνο την παράδοση του οθωμανικού στρατού,  με όρους, αλλά ο Κωνσταντίνος απαίτησε παράδοσή του άνευ όρων. Οι Οθωμανοί επανήλθαν στο Τοψίν τα χαράματα της 26ης Οκτωβρίου, αλλά και οι νέες προτάσεις τους απορρίφθηκαν, οπότε επανήλθαν σε τρίτη συνάντηση και πάλι στο Τοψίν, περί την 11η πρωϊνή ώρα της 26ης Οκτωβρίου, κι ενώ ο αρχιστράτηγος αναχωρούσε έφιππος  για το ΤεκελίΓια τη συνάντηση αυτή, ο ΄Ιων Δραγούμης έγραψε τα εξής, σε επιστολή του: «Την 26 μη εμφανισθέντων των Τούρκων πληρεξουσίων μέχρι της 10 ½ π.μ, η Α.Υ. ο διάδοχος μετά του επιτελείου του εξεκίνησε πορευόμενος προς το σημείον ένθα είχον αναπτυχθή τα Ελληνικά στρατεύματα. Αλλά περί την 11 π.μ. αφικνείτο η αμαξοστοιχία, η φέρουσα τους δύο πληρεξουσίους. Ο Διάδοχος δεν εσταμάτησε, αλλά εξηκολούθησε τον δρόμον του, ειπών εις τους πληρεξουσίους, ότι αυτός μεταβαίνει εις την μάχην, αλλ’ ότι οι πληρεξούσιοι δύνανται να συνεννοηθώσι προς τον συνταγματάρχην Δούσμανην, υπαρχηγόν του Γεν. Επιτελείου, παραμείναντα εις Τόπτση…».

        Ενώ οι Οθωμανοί κωλυσιεργούσαν με διαρκείς διαπραγματεύσεις, η7η μεραρχία πέρασε τον πλημμυρισμένο από τις συνεχείς βροχές Γαλλικό ποταμό και  κινούμενηπαράλληλα της  σιδηροδρομικής γραμμής  Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης, μέσα από οργωμένα χωράφια και λαχανοκήπους,  έφθασε στην τοποθεσία «Χατζή μπαξέ», όπου έλαβε διαταγή να σταματήσει. Στη διαταγή δεν υπάκουσαν κάποιοι αξιωματικοί της 7ης μεραρχίας, που αγνόησαν το μέραρχό τους και  αυτενέργησαν, προωθώντας στρατιωτικά αποσπάσματα στην οθωμανοκρατούμενη πόλη, τις πρώτες βραδινές ώρες της 26ης Οκτωβρίου 1912.

      Υπ’ αυτές τις τραγικές συνθήκες και προς αποφυγή άσκοπης αιματοχυσίας, και καταστροφής της πόλης από τους βομβαρδισμούς του ελληνικού στρατού, ο Hasan Tahsin paşa  υποχώρησε στην απαίτηση του Κωνσταντίνου για άνευ όρων παράδοσή τουΗ επαφή των απεσταλμένων του με τις ελληνικές προφυλακές έγινε στο Davut Balı (Παλαιόκαστρο), περί την 4ην απογευματινή ώρα της 26ης Οκτωβρίου, όπου σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού: «…προσήλθεν αξιωματικός Τούρκος, απεσταλμένος παρά του Χασάν Ταξίν πασσά, έχων εντολήν να παρουσιασθή ενώπιον του ΄Ελληνος Αρχιστρατήγου…». Ακολούθως, «…συνοδεία του Υπασπιστού του 6ου Συντάγματος Πεζικού, ο τούρκος αξιωματικός ωδηγήθηεις το Γενικόν Στρατηγείον, όπερ είχε εγκατασταθή παρά την Σίνδον». Σύμφωνα με αφήγηση του τότε υπολοχαγού της 3ης μεραρχίας Διονύσιου Γεωργίου: « … περί την 4ην μ.μ ώραν και ακριβώς ότε εφθάσαμεν εις το ύψος Τρία Χάνια, παρετήρησα με τα κιάλια ότι ήρχοντο από το Δαούτ – μπαλή  έξ έφιπποι εν τροχασμώ, εν οίς, είς είχε σημαίαν λευκήν, κρατών ταύτην επί κοντού (…) ΄Ησαν είς Μοίραρχος της Χωροφυλακής, είς Υπολοχαγός του Πυροβολικού και τέσσαρες ιππείς. Συνεννοήθημεν γαλλιστί με τον Υπολοχαγόν (…) δε Μοίραρχος έχων ιδιόχειρον επιστολήν του  Χασάν Ταξίμ Πασσά, προσέθεσε ότι έχει εντολήν να εγχειρίση ιδιοχείρως εις τον Αρχιστράτηγον». Ακολούθως ο υπολοχαγός Γεωργίου πήρε μαζί του μόνο τον Τούρκο  μοίραρχο και μετέβη στο Σ.Σ. Τεκελί, όπου συνάντησαν τον Κωνσταντίνο. Σύμφωνα με τον Γεωργίου, μετά τη συνάντηση ο Κωνσταντίνος αφού «…προσεκάλεσε τους αειμνήστους Δούσμανην και Μεταξάν (…) μου συνέστησε να τους ακολουθήσω, ίνα παραστώ μετ’ αυτών εις τας διαπραγματεύσεις. Ιππεύσαντες τότε τους ίππους μας, μετά του Τούρκου Μοιράρχου κατευθύνθημεν εις Δαούτμπαλι».

        Στο μεταξύ, στο διώροφο κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού Τεκελί, όπου διέμενεο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος βίωνε στιγμές έντονης αγωνίας, καθώς ανέμενε την επιτυχή ολοκλήρωση της αποστολής των δύο πληρεξουσίων αξιωματικών του Δούσμανη και Μεταξά,  που είχαν αναχωρήσει το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου από το Τεκελί για το στρατηγείο  του  Hasan Tahsin paşa. Ιδιαίτερα παραστατική είναι η περιγραφή της αγωνίας που βίωνε ο αρχιστράτηγος, από τον Φίλιππο Δραγούμη:  «26 του Οχτώβρη 1912, του Αγίου Δημητρίου  (…) Εκείνη την ώρα στην πίσω μεριά του σταθμού, από το πάνω πάτωμα, φάνηκε στην εξωτερική σκάλα ο Διάδοχος. Κάποιος αξιωματικός βαστούσε το φως. Κατέβηκε, προχώρησε στα σκοτεινά και στάθηκε σιωπηλός κάμποση ώρα μπρος στο σταθμό, κοιτάζοντας προς το αντιφέγγισμα της Θεσσαλονίκης».

       Κάθε ώρα που περνούσε άπρακτη βάρυνε την εθνική υπόθεση, η οποία πλέον ισορροπούσε επί ξυρού ακμής, καθώς η 7η βουλγαρική μεραρχία συνέχιζε, χωρίς τουρκική αντίσταση,  να κατέρχεται ακάθεκτη προς τη Θεσσαλονίκη, της οποίας η τύχη ήταν πλέον αβέβαιη. Το παραμικρό εμπόδιο και η οιαδήποτε τυχαία καθυστέρηση μπορούσε να ανατρέψει τα δεδομένα, όπως  αυτά διαμορφώνονταν τις απογευματινές ώρες της 26ης Οκτωβρίου, κάτι που συνέβη άλλωστε τις επόμενες ώρες, όταν οι Οθωμανοί, χωρίς εμφανή λόγο,  υπέβαλαν την ελληνική αντιπροσωπεία σ’ ένα άσκοπο «καψώνι», μέχρι να την οδηγήσουν στο στο Konak, το σημερινό Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Εκεί, τους  ΄Ελληνες πληρεξουσίους ανέμενε ο Οθωμανός αρχιστράτηγος και παρουσία του συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα το πρωτόκολλο  παράδοσης του οθωμανικού στρατού και της πόλης στον ελληνικό στρατό, το οποίο υπογράφηκε την 01.30΄ πρωινή της 27ης, αλλά συμφωνήθηκε να τεθεί στο πρωτόκολλο ως ημερομηνία η 26η Οκτωβρίου, λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης των Οθωμανών.   

         Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης, Δούσμανης και Μεταξάς μετέβησαν στο σιδηροδρομικό σταθμό των Ανατολικών Σιδηροδρόμων,  εκεί  όπου σήμερα βρίσκεται ο εμπορευματικός σταθμός και ζήτησαν να μεταφερθούν στο Τεκελί, στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου, όπου άϋπνος και έμπλεως αγωνίας τους ανέμενε ο ΚωνσταντίνοςΓράφει γι’ αυτό το περιστατικό ο Δούσμανης:«Όταν μετ΄ ολίγον ητοιμάσθη ο συρμός, διέταξα να μεταφερθώ εις Τεκελί, όπου την προηγουμένην εσπέραν είχον αφήσει τον Διάδοχον. Κατά την διαδρομήν αυτήν απεκοιμήθην και όταν, μετά μίαν ώραν από της εκ του σταθμού αναχωρήσεώς μου, ο συρμός εσταμάτησεν, έμαθον με έκπληξίν μου ότι είχον μετακομισθή εις Τοπσίν. Επιστρέφω λοιπόν εις Θεσσαλονίκην και εκείθεν εις Τεκελί, όπου έφθασα την 5η  πρωινήν».Χαράματα πλέον της 27ης Οκτωβρίου 1912, ο αρχιστράτηγος υποδέχθηκε στο γραφείο του, στον πρώτο όροφο του σιδηροδρομικού σταθμού Τεκελί, τους δύο επιτελείς αξιωματικούς του, οι οποίοι τον ενημέρωσαν για τα διαδραματισθέντα και τού ενεχείρισαν το πρωτότυπο πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης.

       Μετά  από δίωρη παραμονή στο Τεκελί, η ίδια αμαξοστοιχία επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη με επιβάτες, εκτός των Δούσμανη και  Μεταξά και τους λοχαγό Αθαν. Εξαδάκτυλο, τον έφεδρο δεκανέα και διπλωμάτη ΄Ιωνα Δραγούμη, καθώς και δύο ΄Αγγλους πολεμικούς ανταποκριτές. Στην ίδια αμαξοστοιχία ετοιμάσθηκε να επιβιβασθεί και ο  Κωνσταντίνος, αλλά την τελευταία στιγμή μεταπείσθηκε από τους επιτελείς του και κινήθηκε έφιππος σε αντίθετη κατεύθυνση, για να … αναπαυθεί (!!!) στην έπαυλη Μοδιάνο, ώστε ξεκούραστος  να  εισέλθει την επομένη στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για ολέθριο λάθος του Κωνσταντίνου, ο οποίος έπρεπε να εισέλθει άμεσα στην πόλη για να επιβεβαιώσει, με τον πλέον επίσημο τρόπο, την ελληνική πολιτειακή παρουσία σ’ αυτήν. Αντ’ αυτούο Κωνσταντίνος άφησε τους εμβρόντητους επιτελείς του να μεταβούν μόνοι τους στη Θεσσαλονίκη και να επιλύσουν  καίρια προβλήματα όπως την πίεση που ασκούσε η Αυστροουγγαρία για αποβίβαση στη Θεσσαλονίκη διεθνών στρατιωτικών αγημάτων και την είσοδο των Βουλγάρων, οι οποίοι επεδίωκαν διακαώς την αναγνώριση δικαιωμάτων συγκυριαρχίας τους επί της Θεσσαλονίκης.

       Απομεσήμερο της 27ης Οκτωβρίου εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη δύο τάγματα του ευζωνικού αποσπάσματος Κωνσταντινόπουλου, που όμως δεν επαρκούσαν για να επικυρώσουν την de facto ελληνική κυριαρχία της Θεσσαλονίκης, στην οποία η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα συγκεγχυμένη. ΄Αλλωστε, αν και την 27η Οκτωβρίου η πόλη τελούσε υπό ελληνική κατοχή, στο Konak της, το σημερινό Διοικητήριο,  συνέχισε να κυματίζει ολημερίς η τουρκική σημαία και να διαμένει ο Hasan Tahsin paşa, παρ’ ότι ήταν ήδη αιχμάλωτος πολέμου.

        Το απόγευμα της 27ης Οκτωβρίου εμφανίσθηκαν στις βόρειες παρυφές της Θεσσαλονίκης οι Βούλγαροι, με στόχο να εξασφαλίσουν συγκυριαρχία, είτε με τη βία, είτε με τη διπλωματία. Μάλιστα,  τέσσερεις Βούλγαροι αξιωματικοί εισήλθαν στην πόλη και συνάντησαν τον Ταχσίν πασά στο  Konak, στο χώρο όπου έπρεπε ήδη από το πρωί να βρίσκεται ο Κωνσταντίνος.  Η βουλγαρική αντιπροσωπεία απαίτησε από τον Ταχσίν πασά να συνταχθεί δεύτερο πρωτόκολλο, στο οποίο θα αναγραφόταν ότι η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε συγχρόνως και σ’ αυτούς, αλλά ο Αλβανός υποστράτηγος αρνήθηκε κατηγορηματικά,  παρά την απροκάλυπτη απόπειρα  δωροδοκίας του, δια μέσου του γιού του ταγματάρχη Κενάν Μεσσαρέ, ο οποίος παρευρισκόταν στη συνάντηση αυτή, με την ιδιότητα του αξιωματικού του επιτελείου του. Η σθεναρή και έντιμη στάση του Ταχσίν πασά έσωσε τη Θεσσαλονίκη από τους Βουλγάρους. Εύλογα βέβαια τίθεται το ερώτημα τί θα  συνέβαινε (;), αν στη θέση του φιλέλληνα Αλβανού Hasan Tahsin paşa βρισκόταν κάποιος άλλος, ο οποίος θα λύγιζε για την εξυπηρέτηση, είτε οθωμανικών, είτε προσωπικών συμφερόντων.

        Στο μεταξύ, ο εξ απορρήτων Βίκτ. Δούσμανης συνειδητοποίησε το τραγικό λάθος της απουσίας από τη Θεσσαλονίκη και έστειλε αμαξοστοιχία για να επιβιβασθεί ο Κωνσταντίνος και να εισέλθει άμεσα στη Θεσσαλονίκη. Εν τούτοις, ο αρχιστράτηγος  αδιαφόρησεεπειδή βαυκαλιζόταν με την ιδέα να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη την επομένη ημέρα, «εν πλήρει φωτί και επισήμως, ως νικητής και τροπαιούχος», όπως γράφει ο Δούσμανης.  Έτσι, ενώ η Θεσσαλονίκη κινδύνευε άμεσα από τους Βουλγάρους, ο Κωνσταντίνος ονειρευόταν αυτοκρατορικούς θριάμβους  και λαϊκές επευφημίες.  Ευτυχώς, κινητοποιήθηκαν άμεσα οι νουνεχείς Περικλής Αργυρόπουλος και ΄Ιων Δραγούμης, οι οποίοι αντιλήφθηκαν τους κινδύνους που ελλόχευαν από την παρουσία των Βουλγάρων και απηύθυναν προς τον Κωνσταντίνο επιστολή, την οποία τού την απέστειλαν σιδηροδρομικώς.  ΄Ετσι, τη  2η πρωϊνή ώρα της 28ης Οκτωβρίου αναχώρησε για το Τοψίν ειδική αμαξοστοιχία, η οποία μετέφερε την επιστολή στον Κωνσταντίνο. Ο τελευταίος συνειδητοποίησε επιτέλους την κρισιμότητα της κατάστασης και αποφάσισε να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να εισέλθη άμεσα στη Θεσσαλονίκη.  Ο σιδηροδρομικός συρμός αναχώρησε από το Τοψίν λίγο πριν την 4η πρωινή και περί την 5η πρωινή ώρα της 28ης Οκτωβρίου εισήλθε στο σταθμό Ανατολικών Σιδηροδρόμων, όπου ανέμενε τον Κωνσταντίνο ο συνταγματάρχης Κλεομένους, ο οποίος διατάχθηκε να μετακινηθεί αμέσως προς τη Siroz caddesi για να δημιουργήσει ανθρώπινη ασπίδα στη βόρεια είσοδο της πόλης. Ακολούθως, ο Κωνσταντίνος έσπευσε στο Διοικητήριο, όπου κυμάτιζε ακόμη η τουρκική σημαία, η οποία αντικαταστάθηκε άμεσα από την ελληνική, με πρωτοβουλία του νεοδιορισθέντα νομάρχη Θεσσαλονίκης Περικλή Αργυρόπουλου. Αξίζει να αναφερθεί το παρακάτω περιστατικό για την ελληνική σημαία, όπως το ανέγραψε ο Περ. Αργυρόπουλος:    «Την νύκτα της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης είχα επιφορτίσει τον λοχίαν Βορρέ να προμηθευθή μίαν σημαίαν δια το διοικητήριο. Εξετέλεσε την διαταγήν και την επομένην εκυμάτιζε η γαλανόλευκος επί του διοικητηρίου. Εστειλα τον Βορρέ με τον λογαριασμόν εις τον ταμίαν δια να πληρωθή. Ο ταμίας ηρνήθη, διότι εις τον προϋπολογισμόν του Κράτους του 1912 δεν είχε αναγραφή πίστωσις δια σημαίαν του διοικητηρίου Θεσσαλονίκης» !!!.

        Το πρωί της 30ης Οκτωβρίου 1912  έφθασε σιδηροδρομικώς από το Γιδά ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄και αμέσως μετά και  υπό συνεχή βροχή, πραγματοποιήθηκε στρατιωτική παρέλαση στη Rıhtım caddesi (λεωφόρο Νίκης), καθώς και έπαρση της ελληνικής σημαίας στον ιστό του Beyaz Kule, με πρωτοβουλία του νεαρού Θεσσαλονικέα προσκόπου Αλέξανδρου Ζάννα. Το ισχύον τότε Ιουλιανό ημερολόγιο έγραφε 30 Οκτωβρίου 1912.

*Ο κ. Θ. Γκλαβέρης είναι δικηγόρος, ιστορικός, συγγραφέας.

Αρέσει σε %d bloggers: