Μπορεί η φύση να αντιστρέψει την εγκατάλειψη της υπαίθρου;
Μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ Παρισιού και Νέας Υόρκης ο Νταβίντε Τζουζέπε Κολασάντο δεν σταμάτησε ποτέ να σκέφτεται πώς θα επιστρέψει στην πατρίδα του, την Απουλία, στη Νότια Ιταλία, για να ένα νέο ξεκίνημα. Έχοντας εργαστεί ως καθηγητής και ερευνητής στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτιστική ιστορία στο City University της Νέας Υόρκης συνειδητοποίησε ότι κάτι του έλειπε. Τότε αποφάσισε να γυρίσει στον τόπο του, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε και να ασχοληθεί με τη γεωργία. Από την πλευρά της η Φανί Λακρουά πριν 12 χρόνια εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό χωριό τής περιοχής Ιζέρ, στους πρόποδες των γαλλικών Άλπεων. Δήμαρχος πλέον του Σατέλ- αν- Τριέβ, κατάφερε να δώσει το έναυσμα για την εφαρμογή μιας πολιτικής που στοχεύει στην αναβίωση της υπαίθρου. Οι ιστορίες τους εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, οι διαδρομές τους ωστόσο συναντήθηκαν έχοντας έναν κοινό προορισμό, να αναστρέψουν την εγκατάλειψη της υπαίθρου και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των αγροτικών περιοχών. Μιλώντας στο πλαίσιο της EU Green Week που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, μοιράστηκαν και οι δύο τις εμπειρίες τους όχι μόνο για τον τρόπο που μπορεί να προστατευτεί η φύση αλλά πώς θα μπορούσε να συμβάλει καταλυτικά στην επιστροφή των ανθρώπων στην ύπαιθρο, βρίσκοντας προοπτική σε περιοχές που για χρόνια ήταν στο περιθώριο.
«Πέρασα σχεδόν επτά χρόνια στη Νέα Υόρκη διδάσκοντας ευρωπαϊκή ιστορία. Αλλά μετά αποφάσισα να επιστρέψω, να γυρίσω στην πατρίδα. Ήμουν ευτυχισμένος εκεί. Μου άρεσε πολύ αυτό που έκανα, αλλά κάτι έλειπε. Πολλές φορές αντιλαμβάνεσαι την αξία αυτού που έχεις μόνο όταν το χάνεις. Με άλλα λόγια, ίσως αποκτάς προοπτική μόνο όταν είσαι μακριά από τα πράγματα που αγαπάς. Και αυτό μου συνέβη. Προσπάθησα να γυρίσω εκεί όπου γεννήθηκα, όπου μεγάλωσα, και να ασχοληθώ με τη γεωργία», ανέφερε ο κ. Κολασάντο.
Το 2020 επέστρεψε στην Απουλία δημιουργώντας ένα βιολογικό αγρόκτημα το Bio-Distretto delle Lame, που πήρε το όνομά του από τις Lame, τις ξηρές τραχιές κοιλάδες που διαμορφώνουν το τοπίο και κατευθύνουν τα περιορισμένα νερά της περιοχής προς το έδαφος. «Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα και την καθημερινή εργασία, η κοινότητα διερευνά πώς η βιολογική γεωργία, η τοπική ταυτότητα και η συλλογική διακυβέρνηση μπορούν από κοινού να καταστήσουν τις αγροτικές περιοχές πιο ανθεκτικές, ελκυστικές και βιώσιμες», σημειώνει.
«Ήθελα να ”λερώσω” τα χέρια μου με τη βιολογική γεωργία, με την οικολογική γεωργία. Και έτσι ξεκινήσαμε ένα αγρόκτημα», αναφέρει.
Πρόκειται για ένα συλλογικό έργο που ενσωματώνει τη βιολογική γεωργία και τις αγροοικολογικές πρακτικές, την προστασία του νερού, του εδάφους, του αέρα και της βιοποικιλότητας, το αγροτικό τοπίο και την αρχιτεκτονική των ξερολιθιών, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και την κοινωνική καινοτομία. Όπως εξηγεί, το Bio-Distretto delle Lame αναδεικνύει τη γεωργική και πολιτιστική κληρονομιά της Lame Murgiane, βελτιώνει την ποιότητα της παραγωγής και δημιουργεί ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης ριζωμένο στην περιοχή.
Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων αναφέρεται στις νέες συνθήκες και προκλήσεις που καλούνται να διαχειριστούν λόγω της κλιματικής κρίσης. Όπως τονίζει η συνεργασία και η εκπαίδευση αποτελούν τα «σημεία-κλειδιά» για να υπερβούν τις αντιξοότητες που προκύπτουν. «Θα έδινα προτεραιότητα στην εκπαίδευση για τις νέες πρακτικές που μπορούν να συμβάλλουν και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της αγροτικής ζωής. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η αγροδασοκομία ή κάποιες οικολογικές πρακτικές», επισημαίνει. Όπως σημειώνει και στην Ιταλία αλλά και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου παρατηρούνται προβλήματα λόγω του όλο και πιο θερμού κλίματος. «Για παράδειγμα είχαμε ένα πρόβλημα με τον παγετό, τον πρόωρο παγετό τον Μάρτιο. Επειδή το κλίμα είναι πιο ζεστό, τα δέντρα ανθίζουν νωρίτερα, και έτσι ο παγετός μπορεί να είναι πιο επικίνδυνος. Κάναμε μια συνάντηση στην οποία οι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή και έμαθαν για νέες ποικιλίες δέντρων που μπορούν να αντέξουν, που μπορούν να ανθίσουν αργότερα. Παράλληλα έχουμε ζητήματα με την ανομβρία και την ξηρασία. Έτσι συζητήσαμε τρόπους όπου μπορεί να διατηρηθεί η υγρασία στο έδαφος», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον κ. Κολασάντο ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δίνεται στη συνεργασία. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα, όπως ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, συμμετέχουν στο πρότζεκτ «BIO-DISTRICT APP», όπου μεταξύ των φορέων που έχουν λάβει μέρος είναι και ο Δήμος Αρχαίας Ολυμπίας, στοχεύοντας στην προώθηση βιώσιμων και ανθεκτικών πρακτικών και εργαλείων βιολογικής γεωργίας. Πρόκειται για μία ελληνο-ιταλική συνεργασία, όπου μέσω του συγκεκριμένου έργου αναπτύσσεται μία κοινή ψηφιακή πλατφόρμα που θα προσφέρει καινοτόμες υπηρεσίες για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας στον τομέα της βιολογικής γεωργίας.
Οι «μικρές νίκες» ενός χωριού
Η Φανί Λακρουά δεν μεγάλωσε στην ύπαιθρο, αλλά σε μία συνοικία της Ανμάς στα σύνορα Γαλλίας- Ελβετίας. Πριν από δώδεκα χρόνια βρέθηκε σχεδόν τυχαία στο Châtel-en-Trièves, ένα χωριό 500 κατοίκων στους πρόποδες των γαλλικών Άλπεων, που δημιουργήθηκε το 2017 από τη συγχώνευση δύο άλλων χωριών: του Saint-Sébastien και του Cordéac. Όταν το 2016 και το 2018 αποφασίστηκε το κλείσιμο των σχολείων αυτών των δύο περιοχών οι τοπικές αρχές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση. Η δημιουργία μιας νέας κοινότητας σηματοδότησε έναν διαρκή αγώνα ενάντια στην ερήμωση του τόπου, που ήδη βίωνε εδώ και δεκαετίες. Υπηρεσίες είχαν κλείσει, κάτοικοι είχαν φύγει – παρ’ όλα αυτά, όπως διαπίστωσε η ίδια, κάτι παρέμενε ζωντανό: η διάθεση των ανθρώπων για συλλογική δράση.
«Αν δεν αναγνωρίσεις τον πλούτο των ανθρώπων που αποτελούν μια κοινότητα, δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα καινούργιο. Μερικές φορές συμβαίνουν πράγματα σε μέρη που γνωρίζουμε ελάχιστα, όπου δεν υπάρχουν απαραίτητα πολλοί κάτοικοι, αλλά έχουν μεγάλη αξία τόσο από ανθρώπινη όσο και από οικολογική άποψη», σημείωσε κατά τη διάρκεια σχετικής συζήτησης στο πλαίσιο της EU Green Week.
Αυτό που την εντυπωσίασε όπως εξηγεί ήταν η επιμονή του αγροτικού κόσμου «να σηκώσουμε ξανά τα μανίκια, να παλέψουμε για ό,τι μας είναι αγαπητό». Το 2020 εξελέγη δήμαρχος του χωριού ενώ είναι και αντιπρόεδρος της Ένωσης Δημάρχων Υπαίθρου της Γαλλίας ενώ η ιστορία της ενέπνευσε την ταινία «Les petites victoires» (Μικρές Νίκες), σε σκηνοθεσία της Mélanie Auffret, η οποία περιγράφει την πολυάσχολη καθημερινότητα μιας νεαρής δημάρχου μιας αγροτικής κοινότητας και συγκέντρωσε ένα εκατομμύριο θεατές.
Για την κα Λακρουά, η οικολογική μετάβαση ξεκινά σε επίπεδο κοινότητας. Εμπνευσμένη από τη δέσμευσή της σε τοπικό επίπεδο, ήταν επικεφαλής ενός σημαντικού εκπαιδευτικού εργαστηρίου οικολογικής μετάβασης με 100 εθελοντές δημάρχους, ευαισθητοποιώντας τους σχετικά με την κλιματική έκτακτη ανάγκη και εντάσσοντάς τους στον πολιτικό διάλογο.
Για εκείνη, οι νέες προκλήσεις που φέρει η κλιματική κρίση δημιουργούν την ανάγκη για την ανάπτυξη λύσεων και επενδύσεων γύρω από τη διατήρηση των φυσικών χώρων αλλά και την πρόληψη.
«Θα χρειαστεί επίσης πολιτικό θάρρος για να τεθούν αυτά τα θέματα ψηλά στην ατζέντα. Γι’ αυτό θα έλεγα στους ανθρώπους που ζουν σε ευάλωτες περιοχές: Εμπλακείτε. Εμπλακείτε στους δήμους, στα τοπικά όργανα λήψης πολιτικών αποφάσεων, για να αναδείξετε τα ζητήματα και να μπορέσετε να διαμορφώσετε αύριο τα νέα επαγγέλματα, τους κλάδους των δημόσιων υπηρεσιών που θα μπορούν ακριβώς να διατηρήσουν τις αγροτικές υποδομές και να προλάβουν τους επόμενους φυσικούς κινδύνους», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Όπως τονίζει το μήνυμα που θα ήθελε να μεταφέρει είναι ότι οι αγροτικές περιοχές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως τόποι που στερούνται πόρων ή υποδομών. «Μπορούν να αποτελέσουν χώρους καινοτομίας, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας, αρκεί οι ίδιοι οι κάτοικοί τους να έχουν λόγο στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους», επισημαίνει. Παραθέτοντας παραδείγματα για τη λειτουργία της κοινότητας εξηγεί ότι μέσω πολλών και διαρκών συζητήσεων με τους κατοίκους προέκυψαν συγκεκριμένες προτάσεις για την καθημερινότητα του χωριού, όπως ένα συνεταιριστικό καφέ-παντοπωλείο που θα στηρίζει τους τοπικούς παραγωγούς, κοινόχρηστοι κήποι που θα λειτουργούν ως χώροι συνάντησης και ανταλλαγής γνώσεων, αλλά και η αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων που παρέμεναν ανενεργά επί χρόνια. Το πιο σημαντικό, σύμφωνα με την ίδια, είναι οι κάτοικοι να γίνουν πρωταγωνιστές τής «αναζωογόνησης» του χωριού τους.
Όσον αφορά τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι περιοχές της υπαίθρου, όπως εξηγεί η κα Λακρουά, αυτές είναι κυρίως η έλλειψη πόρων.
«Ένας αγροτικός δήμος, σήμερα, διαθέτει πολύ λίγα μέσα για να λειτουργήσει, κάτι που μπορεί να τον περιορίσει στις προοπτικές και τα έργα του. Επίσης έχει λιγοστή τεχνική υποστήριξη. Δεν αντιπροσωπεύουμε απλώς περιοχές με λίγους κατοίκους. Αντιπροσωπεύουμε ποτάμια, αλπικά λιβάδια, βουνά», καταλήγει.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

