Για την ποιητική της ελευθερίας και όσα δεν φυλακίζονται γράφουν κρατούμενοι των φυλακών Διαβατών
Για τις μυρωδιές και τα αγγίγματα που τους λείπουν, τη θύμηση της μάνας, τον άνεμο και τα δένδρα και τη στιγμή που άλλαξε για πάντα τη ζωή τους, γράφουν οι κρατούμενοι των φυλακών Διαβατών στο βιβλίο που εκδίδεται για 9η χρονιά, μετά το τέλος του προγράμματος δημιουργικής γραφής.
«Η ποιητική της ελευθερίας ή όσα δεν φυλακίζονται» είναι ο τίτλος του συλλογικού έργου (εκδόσεις Αποστακτήριο) του 3ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας του Καταστήματος Κράτησης Διαβατών του έτους 2024-2025. Πρόκειται για μια έκδοση που, όπως αναφέρεται στον πρόλογο, επιχειρεί να δώσει χώρο στη φωνή, όχι για να δικαιολογήσει, ούτε για να αποσιωπήσει ευθύνες, αλλά για να αναδείξει τη βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία, αυτοστοχασμό και αναγνώριση.
«Σε έναν χώρο όπου οι φυσικές μετακινήσεις είναι περιορισμένες, η μνήμη εξακολουθεί να ταξιδεύει. Και μαζί της ταξιδεύει η φαντασία, η οποία αποδεικνύεται συχνά η πιο ανθεκτική μορφή ελευθερίας» αναφέρεται στον πρόλογο, που υπογράφεται από την Ελένη Γρομπανοπούλου, επιστημονικά υπεύθυνη της εκπαιδευτικής δράσης, υποψήφια Διδάκτορα/Τμήμα Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου και τον Τριαντάφυλλο Η. Κωτόπουλο, επιστημονικά υπεύθυνο του προγράμματος, ποιητή – καθηγητή Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Σύμφωνα με την κ. Γρομπανοπούλου, οι κρατούμενοι δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να μοιραστούν τα συναισθήματά τους με τα κείμενά τους. Νιώθουν την ανάγκη να βρουν τρόπο να τα εκφράσουν και να τα επικοινωνήσουν. «Πέρσι είχαμε 9 συμμετέχοντες αλλά στην πορεία μείναμε με λιγότερους, μετά από αποφυλακίσεις», λέει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο ειδήμων η κ. Γρομπανοπούλου, επισημαίνοντας ότι στην αρχή είναι επιφυλακτικοί με το μάθημα, αλλά μετά το αγαπούν και περιμένουν με αγωνία να δουν το όνομά τους στο βιβλίο, στο τέλος της χρονιάς.
Η μυρωδιά μιας γυναίκας
«Είμαι αρκετό καιρό στη φυλακή και μου λείπει το σπίτι μου. Μου λείπει η μυρωδιά του σπιτιού μου. Και πιο πολύ απ’ όλα, η μυρωδιά της γυναίκας μου. Όταν έβρεχε, ανάβαμε το τζάκι. Τώρα, όταν δίνω τα ρούχα μου στη φυλακή για να μου τα πλένουν, καμιά φορά μου έρχεται μια μυρωδιά που μου θυμίζει το σπίτι μου. Και τότε, αυτόματα, έρχεται στη σκέψη μου η γεύση από το παστίτσιο», γράφει ο Κωνσταντίνος. Για τη μυρωδιά από τα μαλλιά μιας γυναίκας γράφει ο Χρυσοβαλάντης, ενώ ο Παναγιώτης, για τη μεγαλύτερη ευτυχία που θεωρεί πως είναι να ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου και να βρίσκεις τους ανθρώπους που αγαπάς να σε περιμένουν.
Στον Παναγιώτη λείπουν ακόμα και οι τσακωμοί με τη γυναίκα του και, όπως γράφει, όταν τα χάνεις όλα, καταλαβαίνεις πως ακόμα και οι μικρές στιγμές ήταν ευτυχία.
Η μουσική του ανέμου
Για τη ζωή του στη Σαχάρα γράφει με έναν μοναδικό τρόπο ο Sami, στον οποίο δεν λείπει μόνο το σπίτι του, αλλά ο ήχος του ανέμου, η απεραντοσύνη της άμμου και η ελευθερία που ένιωθε εκεί. «Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τη ζωή στη Σαχάρα. Πίστεψέ με, εγώ τη γνωρίζω καλά. Πέρασα τα πρώτα δεκαέξι χρόνια της ζωής μου σε ένα μεγάλο σπίτι. Γύρω από το σπίτι μου έβλεπες μόνο άμμο. Ο πρώτος μας γείτονας βρισκόταν δώδεκα χιλιόμετρα μακριά. Την ημέρα που έφυγα έχασα και μια άλλη ελευθερία: να ακούω τη νύχτα μια μητέρα καμήλα να ψάχνει το μικρό της και να το φωνάζει με τη δυνατή της φωνή. Άκουγα τη μουσική του ανέμου πάνω στην άμμο και ένιωθα πως όλη η έρημος μιλούσε…».
Το σπίτι που άφησε πίσω
Η μυρωδιά της βροχής θυμίζει στον Ιμπραχίμ τις βροχερές μέρες στη Συρία και τον ταξιδεύει πίσω στον τόπο του που άφησε πριν από δεκατέσσερα χρόνια. «Πολλές φορές θυμάμαι τη γεύση των φαγητών της πατρίδας μου και μελαγχολώ. Τότε καταλαβαίνω πως, όσο μακριά κι αν βρεθεί ένας άνθρωπος, ένα κομμάτι της καρδιάς του μένει πάντα στο σπίτι που άφησε πίσω. Έφυγα από τον πόλεμο, ξέφυγα από τις βόμβες και κατέληξα στη φυλακή».
Τη φυλακή έκανε σπίτι του ο Παύλος, ο οποίος περιγράφει ένα σπίτι χωρίς ψυχή, χωρίς ζωή που είτε έχει κόσμο είτε όχι, μοιάζει με φέρετρο. «Όλο αυτό φτάνει βαθιά μέσα στην ψυχή μου και, χωρίς να το καταλάβω, έκανα τη φυλακή σπίτι μου. “ Ιδρυματοποιήθηκες”, μου είπαν κάποιοι. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι εδώ, ψάχνω να βρω την ψυχική μου γαλήνη».
Τη νόμιμη «απόδρασή» του στο νοσοκομείο περιγράφει ο Παναγιώτης, ο οποίος χάρηκε γιατί δεν του πέρασαν χειροπέδες και ήταν ό,τι πιο όμορφο έχει ζήσει εδώ και πολύ καιρό. «Είδα ξανά την κοινωνία, τους ανθρώπους να περπατούν, να μιλούν και να ζουν ελεύθεροι. Μου έλειψε ο κόσμος έξω, μα πιο πολύ απ’ όλα η οικογένειά μου.
Η στιγμή που άλλαξε τη μοίρα του
Ο Μανώλης μετανιώνει που λείπει από τη ζωή του παιδιού του στις πιο σημαντικές στιγμές του, όταν θα έπρεπε να είναι δίπλα του, να τον κρατάει από το χέρι, να τον πηγαίνει σχολείο, να τον βλέπει να μεγαλώνει. «Σήμερα ο γιος μου είναι δώδεκα χρόνων και εξακολουθώ να λείπω από τη ζωή του. Αυτή η σκέψη με γεμίζει λύπη, μια λύπη που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Ελπίζω να έρθει σύντομα η μέρα που θα γίνω ξανά μέρος της καθημερινότητάς του και θα μπορέσω να σταθώ δίπλα του σαν πατέρας. Ξέρω ότι ο χαμένος χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Όμως εύχομαι να αναπληρώσω ένα μέρος από την απουσία μου με αγάπη, παρουσία και αλήθεια. Αυτό είναι το μεγαλύτερο όνειρό μου.
Η μάνα είναι μία και ο άνδρας που νικήθηκε
Για την αγκαλιά της μάνας του, που μύριζε ζυμωτό ψωμί και την ανάσα της που είχε άρωμα βανίλιας, γράφει ο Νίκος, ο οποίος θυμάται το σπίτι γεμάτο μυρωδιές. «Θυμάμαι τους γίγαντες στον φούρνο με τις πανσέτες να σιγοψήνονται και να σκορπούν τη ζεστασιά τους σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Ελπίζω μια μέρα να ξαναζήσω έστω ένα μικρό κομμάτι από εκείνη τη ζεστασιά. Να βρεθώ πάλι κοντά στη μάνα μου και να νιώσω, έστω για λίγο, όπως ένιωθα τότε που ήμουν παιδί».
Ως έναν άνθρωπο που δεν λύγιζε ποτέ περιγράφει ο Παναγιώτης τον πατέρα του Βασίλη, ο οποίος αποφυλακίστηκε. «Μετά τόσα χρόνια στη φυλακή και μετά τα ισόβια που εξέτισε, πιστεύαμε πως θα ήθελε να περάσει τον χρόνο που του απέμενε μαζί μας. Εκείνος όμως διάλεξε το γηροκομείο. Κάποτε τον έβλεπα σαν άνθρωπο που δεν τον λύγιζε τίποτα. Όμως στο τέλος κατάλαβα πως ακόμη και οι πιο δυνατοί άνθρωποι κουβαλούν τις δικές τους πληγές. Ο Βασίλης έχει γράψει ιστορία. Κι όμως, στο τέλος της ζωής του, αυτός ο σκληρός άνθρωπος νικήθηκε από μια γυναίκα».
Ένας χαμένος αστεροειδής
Ο Λεωνίδας γράφει πως δεν τον φυλάκισαν μόνο οι τοίχοι και τα κάγκελα, αλλά τα ίδια του τα ένστικτα, οι αποφάσεις και τα λάθη του. «Από τότε περιφέρομαι μέσα στις σκέψεις μου σαν ένας χαμένος αστεροειδής. Κάνω συνεχώς κύκλους γύρω από τα λάθη μου, σε μια ελλειπτική τροχιά που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Ελπίζω πως μια μέρα θα μάθω όσα έχω να μάθω από αυτή τη διαδρομή και θα καταφέρω να ευθυγραμμιστώ ξανά με τη ζωή μου. Ίσως τότε σταματήσω να γυρίζω γύρω από τα λάθη μου και βρω επιτέλους τον δρόμο προς τον άνθρωπο που θέλω να γίνω».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

